Μελισσοκομία

Μικρογραφία της κοινωνίας ήταν η κοινωνία των μελισσιών του στο μελισσομάντρι. Το μελισσομάντρι ήταν τόπος εύυδρος, σύδενδρος και προσήλιος, που ο μελισσοκόμος εγκαθιστούσε τα κρινιά.

Το μέλι ήταν το υποκατάστατο της σχεδόν άγνωστης ζάχαρης στα βουνά, ήταν φάρμακο και μια γλυκιά νότα στην πικρή ζωή του βουνίσιου. Μαζί με το κερί ήταν το πιο περιζήτητο εμπόρευμα από τα προϊόντα του. Η μελισσοκομία του προσπόριζε λίγα χρήματα, που ήταν πολύ δυσεύρετα εκείνο τον καιρό.
                Τότε που το οικοσύστημα ήταν στα ζύγια του υπήρχαν και πολλά άγρια μελίσσια. Οι επιτήδειοι μελισσοκυνηγοί τ' ανακάλυπταν σε κουφάλες δέντρων και σε σπηλιές απάτητων βράχων, που πολλά απ' αυτά ο κόσμος τα ‘λεγε στοιχειωμένα, γιατί πολλοί θαρραλέοι μελισσοκυνηγοί πλήρωσαν με τη ζωή τους την αποκοτιά να τρυγήσουν τέτοιους γλυκούς θησαυρούς.
                Ο μελισσοκυνηγός έβλεπε σ' ένα τρεχούμενο νερό μέλισσες να πηγαινοέρχονται και να πίνουν, να ποτίζουν, όπως έλεγαν. Εξακρίβωναν την αράδιαση, το μέρος δηλαδή, που κατευθύνονταν οι μέλισσες, για να πάνε στο μελίσσι τους. Με το αετίσιο τους μάτι και την εμπειρία τους εντόπιζαν και σταύρωναν τον έλατο που βρισκόταν το μελίσσι κι έτσι το ιδιοποιούνταν και το φθινόπωρο πήγαιναν και το τρυγούσαν.
                Λένε πως το άγριο μέλι είναι το καλύτερο, γιατί γίνεται από διαλεχτά λουλούδια, το σίγουρο όμως είναι πως δεν είναι προϊόν εργασίας του μελισσοκόμου, είναι κυνήγι και σαν τέτοιο είναι όντως το καλύτερο.
                1. Παραδοσιακή μελισσοκομία.
                Ο άνθρωπος από την αυγή ακόμα της πολιτισμένης του πορείας είδε ότι δεν του έφτανε το φυσικό μέλι των αγριομελισσιών, γι αυτό και από πολύ νωρίς, μιμούμενος τη φύση, ασχολήθηκε με την μελισσοκομία. Η εγχώρια παραδοσιακή μελισσοκομία ήταν αντιγραφή της άγριας, φυσικής "μελισσοκομίας". Το εγχώριο μελίσσι που εξέτρεφε ο μελισσοκόμος και το άγριο που θήρευε ο μελισσοκυνηγός διέφεραν στο ότι, το μεν πρώτο το εγκαθιστούσε ο άνθρωπος στο κρινί και το δε δεύτερο εγκαθίσταται μόνο του σε κουφάλες δέντρων και σπηλιές βράχων.
Τα είδη μελισσιών ήταν: α) μανάδες (μελίσσια του προηγούμενου χρόνου) β) πρωτογόνια ή μιγδάλια (τα πρώτα γονίδια των μανάδων) γ) δευτερογόνια (για πολύ καλές μανάδες) και δ) πρωτογόνια των πρωτογονιών (σπανίως)
                1.1. Εγχώριο μελίσσι.
                Το μελίσσι ήταν σαν ένα σπίτι. Αποτελούταν από τα θέμελα (την βάση), τον σκελετό (το κρινί), και την σκεπή (το σκέπαστρο). Το καθιερωμένο υλικό κατασκευής των κρινιών ήταν το ξύλο.
                α. κρινί ή κουβέλι ή κυβέρτι ( σλαβ. krina ή kublu ). Το κρινί μπορεί να γίνει πλεχτό σαν κοφίνι, αλειμμένο απ΄ έξω με γελαδοσβουνιά. Ο ορεινός μελισσοκόμος όμως σπάνια το χρησιμοποιούσε. Στη μέση είχε δύο ξυλάκια περαστά, τον σταυρό, για να συγκρατούνται οι κερήθρες και ένα οδοντωτό κόψιμο στο κάτω μέρος, που ήταν οι πόρτες του μελισσιού. Στηριζόταν σε μια πέτρινη βάση και έφερε σκέπαστρο.
                Υπήρχαν δύο ειδών ξύλινα κρινιά:
"τύπου κουρέτσας" Ήταν κούφιος κορμός από κάποιο γέρικο κρανοέλατο, δηλ. από προσήλιο και άγονο μέρος, τον οποίον καθάριζαν με ένα ειδικό εργαλείο, το σγούβι ή γουβιά.
σανιδένιο κιβώτιο. Συνήθως το κατασκεύαζε ο ίδιος ο μελισσοκόμος, μερικές όμως φορές ήταν και κατασκευή του μαραγκού. Θεωρούταν υποδεέστερο σε σχέση με το κρινί τύπου κουρέτσας.
                β. βάση. Ήταν μια μεγάλη πλάκα η οποία βρισκόταν μόνιμα στο μελισσομάντρι.
                γ. σκέπαστρο. Για καλύτερη στεγανότητα στην σανιδένια οροφή του κρινιού, πρόσθεταν μια μεγάλη φλούδα από έναν γεροέλατο. Πολλά μεγάλα έλατα, είχαν πληγές στη βάση τους, από αυτές τις επιθέσεις των μελισσοκόμων.
                1.2. Εξαγωγή κηρόμελου.
                Στο εγχώριο μελίσσι ο μελισσοκόμος ούτε έλεγχε ούτε και παρενέβαινε στα εσωτερικά του. Την μόνη παρέμβαση που έκανε ήταν στις αρχές Οκτώβρη, όταν ήθελε να πάρει το μέλι του. Τότε σκότωνε τις μέλισσες και κατέστρεφε ολοκληρωτικά το "νοικοκυριό" τους. Το προϊόν αυτής της "λεηλασίας" ήταν το κηρόμελο, δηλ. κερήθρες και μέλι μαζί και η όλη εργασία λεγόταν τρύγημα του μελισσιού. Παράλληλα, αρχές Ιουλίου, κούρευε το μελίσσι, αφαιρούσε δηλ. κάποιες κερήθρες από την κορυφή του κρινιού, απλώς για να δοκιμάσει λίγο μέλι.
                α. θειαφοκέρι. Ήταν ένα κερί, που γινόταν βουτώντας ένα κουρέλι σε λιωμένο θειάφι. Στην μελισσοκομία το χρησιμοποιούσαν για να καπνίσουν μ' αυτό το κρινί ώσπου να ψοφήσουν οι μέλισσες και να μπορούν στη συνέχεια να το τρυγούν ανενόχλητοι. Επίσης το χρησιμοποιούσαν σε ειδικές περιπτώσεις και σαν πρόχειρο φωτιστικό μέσο.
                β. μελισσομάχαιρο ή σμηνομάχαιρο ή κηροκόπο. Ήταν ένα μακρύ μαχαίρι ικανό να φτάνει μέχρι το σταυρό του κρινιού με το οποίο έκοβαν τις κερήθρες.
                1.3. Εξαγωγή μελιού.
                Το μέλι λαμβανόταν με στράγγισμα ή στύψιμο του κηρόμελου. Στην πρώτη περίπτωση έβγαινε το σταχτό μέλι και στη δεύτερη το στιφτό.
                α. κηροσκάφη. Ήταν μια μεγάλη σκάφη ειδική για την μελισσοκομία. Κάθε σοβαρό νοικοκυριό είχε τουλάχιστον τέσσαρες σκάφες. Μια για μπουγάδα, μια για ζύμωμα, μια για το βάψιμο των γαλάζιων και μια για το μέλι και το κηρί.
                β. κηροτσάντιλα. Έμοιαζε με την μάλλινη τυροτσάντιλα. ΄Αντί για το σταλποτύρι (το πηγμένο γάλα) έβαζαν μέσα το κηρόμελο και την κρεμούσαν πάνω από την κεροσκάφη. Εκεί σιγά-σιγά έσταζε το μέλι και έτσι έπαιρναν το σταχτό μέλι.
                γ. τσαντηλοσάκουλο. Αν ήθελαν στιφτό μέλι, έβαζαν το κηρόμελο μέσα σ΄ ένα μάλλινο σακί, ίδιας ύφανσης με την κηροτσάντηλα. Εκεί έστυβαν το κερόμελο, ρίχνοντας ταυτόχρονα λίγο καυτό νερό και το μέλι πεταγόταν έξω από το τσαντηλοσάκουλο.
                δ. πλαστήρι-κηρόξυλο. Έβαζαν το πλαστήρι λοξά μέσα στην κηροσκάφη, απίθωναν πάνω του το γεμάτο με κηρόμελο τσαντηλοσάκουλο και με ένα ξύλο, σαν τσαποστύλι (στειλιάρι τσαπιού) το συνέθλιβαν. Έτσι πεταγόταν έξω το μέλι και έμεινε μέσα το κερί. Αυτή ήταν η χρησιμοποιούμενη μέθοδος για μικρές ποσότητες, που ήταν και η πιο συνηθισμένη.
                δ. μελοστίφτης. Ήταν ειδικό εργαλείο με το οποίο πολλαπλασιαζόταν η φυσική μυϊκή δύναμη συμπίεσης του κηρόμελου (αξιοποιώντας τις ιδιότητες των μοχλών). Μεταξύ του σημείου εφαρμογής της δύναμης και του υπομοχλίου έμπαινε το τσαντηλοσάκκουλο, το οποίο δεχόταν πολλαπλάσια δύναμη από αυτήν που εφάρμοζε ο μελισσοκόμος. Τον ίδιο πρωτόγονο στίφτη τον χρησιμοποιούσαν και για "ταλιάγρισμα" (συμπίεση) των στέμφυλων όταν δεν ήθελαν να τα βγάλουν τσίπουρο.
                1.4. Εξαγωγή κεριού.
                Μετά το στύψιμο του κηρόμελου και την εξαγωγή του μελιού μέσα στο σακί έμεναν οι κηρήθρες. Τοποθετώντας και πάλι το, γεμάτο κηρήθρες, τσαντηλοσάκουλο στο πλαστήρι το έστυβαν ξανά με το κηρόξυλο, αφού πρώτα του έριχναν άφθονο καυτό νερό. Το κερί έλιωνε και συμπιεζόμενο πετιόταν έξω από το τσαντηλοσάκουλο και επέπλεε σαν λάδι μέσα στο νερό που περιείχε η κηρόσκαφη. Όταν κρύωνε και έπηζε, υπό μορφή πέτσας στην επιφάνεια, το συνέλεγαν, το έβαζαν σ΄ ένα καζάνι και το ξανάλιωναν. Το καθαρό πλέον λιωμένο κερί το έχυναν σε διάφορα τσουκαλοπίνακα, όπου εκεί σταθεροποιούταν και έπαιρνε την φόρμα του, που ήταν και η εμπορική συσκευασία του.
                2. Κηροπλαστική.
                Η κηροπλαστική σαν ξέχωρη τέχνη και επάγγελμα δεν αναπτύχθηκε στα ορεινά. Οι λαμπάδες και τα κεριά δεν ήταν εμπορικό προϊόν, ήταν τις περισσότερες φορές ιδιοκατασκευή του πιστού.
Η οικιακή κηροπλαστική γινόταν με τα χέρια. Έπλαθαν για ώρα έναν βώλο κεριού ώσπου να γίνει σαν προζύμι. Μετά πλάθοντάς το και στρίβοντάς το, πάνω σ΄ ένα κατακόρυφα τεντωμένο σχοινί έφτιαχναν την λαμπάδα με φυτίλι το τεντωμένο σχοινί.
                Στεφάνι κηροπλαστικής. Επαγγελματικότερη άσκηση της κηροπλαστικής γινόταν συνήθως από τον νεωκόρο της εκκλησιάς. Αυτός κρεμούσε νήματα στα άγκιστρα του ειδικού κηροπλαστικού του στεφανιού, έχυνε πάνω τους λιωμένο κερί και έτσι έφτιαχνε χυτά κεριά και λαμπάδες με όσο πάχος του επέβαλλε η ισχνή επάρκεια του ναού σε κερί και η αυξημένη ζήτηση των πιστών σε κεριά.
                3. Μελισσοκομικά προϊόντα.
                Τα βασικά μελισσοκομικά προϊόντα ήταν το μέλι και το κερί. Το φυσικό μέλι, ας πούμε των αγριομελισσιών, είναι ένα άριστο προϊόν που καμιά επιστημονική παρέμβαση του ανθρώπου δεν μπόρεσε να το βελτιώσει ή να το ξεπεράσει, μπόρεσε όμως να το νοθεύσει.
                Στην αγροτική προβιομηχανική εποχή, που το περιβάλλον ήταν υγιές, παρά τις πρωτόγονες μελισσοκομικές μεθόδους παραγόταν πολύ μέλι. Στα βουνά η μελίγκρα του έλατου και η πλούσια χλωρίδα ήταν εγγύηση για μια άφθονη μελοπαραγωγή.
                α. κερόμελο. Ήταν το προϊόν του τρυγήματος του κρινιού. Πολλές φορές για να αποφύγει τις φασαρίες των παραπέρα επεξεργασιών το πουλούσε στον έμπορο σαν κερόμελο.
                β. βασιλικός πολτός. Είναι η τροφή που παράγουν οι εργάτριες μέλισσες για την βασίλισσά τους. Είναι πλούσια σε βιταμίνες, ιχνοστοιχεία και σίδηρο. Θεωρείται φυσικό τονωτικό φάρμακο και χρησιμοποιείται από τους ηλικιωμένους σαν ελιξίριο της χαμένης τους νιότης.
                γ. σταχτό μέλι. Ήταν το καλύτερο μέλι και χρησιμοποιούταν σαν φάρμακο.
                δ. στιφτό μέλι. Με αυτό κατασκεύαζαν μελόπιτες και γενικά αντικαθιστούσε τη ζάχαρη.
                ε. κερί. Εκτός από τις λαμπάδες και τα κεριά που έφτιαχνε για τις ανάγκες του ο μελισσοκόμος είχε και ένα σβώλο κεριού για να κερώνει τις τσαγκαρκλωνές του.
                στ. μελότσιπρα. Μετά από τα επανειλημμένα στυψίματα και την κατεργασία του κερόμελου, με τα οποία λαμβανόταν το μέλι και το κερί, έμενε ένα υπόλειμμα τα μελότσιπρα. Το κερί που υπήρχε σ΄ αυτά δεν μπορούσε πλέον να βγει με στύψιμο, χρειαζόταν ειδικά μηχανήματα τα οποία δεν διέθετε ο επιχώριος μελισσουργός. Έτσι κι αυτός τα έψηνε στο ρακοκάζανο και έβγαζε την μελόρακη. Ένα δεύτερης ποιότητας τσίπουρο.

Πηγή