Υλοτομία

Υλοτομία

Ο ορεσίβιος έκοβε ξύλα, μα δεν κατέστρεφε και τούτο γιατί από τη μια σεβόταν και πρόσεχε το περιβάλλον που ζούσε κι από την άλλη με τα εργαλεία που διέθετε, τα τσεκούρια του, τη βαριά και τις σφήνες, την κόφτρα και τα πριόνια του, λίγη ζημιά μπορούσε να προκαλέσει. Επιπλέον, δεν υλοτομούσε για να εμπορευτεί την ξυλεία, αλλά για να καλύψει τις ανάγκες του.

                Η κοπή δέντρων, είτε για τον πρωτόγονο με το πέτρινο τσεκούρι, είτε για τον πολιτισμένο με το σιδερένιο και την κόφτρα, ήταν πάντα μια πολύ κουραστική αλλά άκρως αναγκαία εργασία. Σήμερα με τα αλυσοπρίονα έχει βελτιωθεί "δραματικά" η παραγωγικότητα στην υλοτομία.
                Η υλοτόμηση χρήσιμης ξυλείας γενικά γινόταν το σαραντάημερο, με το τέλος του φθινοπώρου, τότε που τα δέντρα είχαν τους λιγότερους χυμούς και το φεγγάρι ήταν στη χάση. Της "σελήνης εν συνόδω ούσης και υπό την γην" όπως γράφει στην Γεωπονική του κάποιος Τιμολέων Βάσος πριν πεντακόσια χρόνια.
                Εκτός από το χρόνο της κοπής διάλεγαν και τον τόπο της υλοτόμησης. Έλατα από προσήλια κι άγονα μέρη, τα λεγόμενα κρανοέλατα, είναι ανθεκτικά στο σαράκι και στο σάπισμα, όμως είναι στριφτόξυλα, ροζάριακα, μικροφτιαγμένα κι άκομψα. Έλατα από ζερβά κι εύφορα μέρη, είναι ψηλά ευθυτενή με ίσια νερά κι άροζα, όμως είναι ντελικάτα κι ευάλωτα.
                Πριόνια.
                Τα πριόνια ήταν από τα λίγα εισαγόμενα είδη στην αυτοδιοικούμενη κοινότητα και στο αύταρκες αγροτικό νοικοκυριό.
                α. κόφτρα. Χρησιμοποιούταν για τις ρίψεις των δέντρων και για τον τεμαχισμό του κορμών τους, καθώς επίσης και για το κόψιμο των καυσόξυλων.
                β. αμπαροπρίονο ή καταρράχτης. Ήταν το πριόνι για την παραγωγή της πριστής ξυλείας. Αφού πρώτα τετραγώνιζαν, με το τσεκούρι το κούτσουρο (ελατοκορμό) το ανέβαζαν πάνω στο τεζάκι (ικρίωμα), εκεί έδεναν κατά μήκους του ξύλου ένα ράμμα, εν είδει χορδής, αφού πρώτα το εμπότιζαν σ΄ ένα κουτάκι με χρώμα. Τεντώνοντας και στη συνέχεια αφήνοντας το σχοινί, αποτυπωνόταν στο ξύλο η γραμμή, που ήταν ο οδηγός για το κόψιμο με το πριόνι. Εκεί, στο τεζάκι, οπλισμένοι με ιώβεια υπομονή, ο ένας πάνω κι ο άλλος κάτω, πριόνιζαν για να βγάλουν σανίδια, καδρόνια κ.λ.π.
                γ. χειροπρίονο. Ήταν βιοτεχνικό ή και βιομηχανικό προϊόν και έκοβαν μ΄ αυτό τα λιανά ξύλα, κυρίως καυσόξυλα.
                Τσεκούρια.
                Το τσεκούρι σαν είδος, μορφολογικά αποτελείται από την κόψη, από το σπίτι (τουρκ. ispit) την τρύπα δηλ. που μπαίνει το στειλιάρι και από το πίσω μέρος τον τσιόκο ( αρωμουν. tsiokο) ή τσίτσικα. Λειτουργικά είναι σφυροπέλεκυς, όπως είναι και το καθαρευουσιάνικο όνομά του. Ήταν ένα από τα προϊόντα των επιχώριων σιδεράδων-γύφτων.
               α. τσεκούρι γενικής χρήσης. Είναι ο καθαρευουσιάνος σφυροπέλεκυς, δηλαδή διαθέτει και τσίτσικα για σφυροκοπήματα. Ξεχωρίζει ανάλογα με το μέγεθός του.
                   τσεκούρι (λατιν. cecuris). Με αυτό το όνομα ο αγρότης εννοούσε ένα τσεκούρι μετρίου μεγέθους ικανό να κόψει άνετα ένα δέντρο ή να σχίσει ένα χοντρό καυσόξυλο.
                  τσεκουράκι ή τσεκουροπούλι. Ήταν ένα μικρό τσεκούρι για ξεκλάρισμα ή για άλλες ελαφρές δουλειές.
                β. τσεκούρι υλοτομικό. Ήταν μόνο πέλεκυς και όχι σφυροπέλεκυς. Χρησιμοποιούταν στην υλοτομία για το ξερόζιασμα και το ξεφλούδισμα των κορμών. Επίσης καρφώνοντάς το στην τομή του κορμού έπαιζε τον ρόλο του κορμοστροφέα.
                γ. λιάτα. Ήταν μόνο πέλεκυς, με μεγάλη ακμή κοπής, σε σχέση με το κοινό τσεκούρι. Κυκλοφορούσε σε διάφορα μεγέθη.
                   μεγάλη λιάτα. Μεγαλύτερη ήταν η εικοσιδιάρα λιάτα, με μήκος ακμής κοπής είκοσι δύο πόντους. Χρησιμοποιούταν αποκλειστικά για πελέκημα κορμών. Η εργασία του πελεκάνου ήταν βαριά και απαιτούσε τέχνη.
                   μικρή λιάτα ή λιατάκι. Χρησιμοποιούταν περισσότερο για κόψιμο και λιγότερο για πελέκημα.
                Σφήνες.
                Οι σφήνες ήταν απαραίτητες για την παραγωγή της σχιστής ξυλείας και επιβοηθητικές στις ρίψεις των δέντρων. Απαραίτητο εργαλείο για την χρήση της σφήνας ήταν η βαριά.
                α. σιδηρόσφηνα. Ήταν η κατ΄ αρχήν χρησιμοποιούμενη σφήνα, που εισχωρούσε στο ξύλο, σχίζοντάς το. Κατασκευαζόταν από τον σιδερά της περιοχής και κυκλοφορούσε σε πολλά μεγέθη.
               β. ξυλόσφηνα. Κατασκευαζόταν και αυτή σε διάφορα μεγέθη, από πλατανόξυλο. Χρησιμοποιούταν μετά την σιδηρόσφηνα για να διευρύνει ακόμα περισσότερο το σχίσμα στο ξύλο.
                Βοηθητικές κατασκευές.
                Ήταν κατασκευές διάφορες, άλλες μόνιμες και άλλες ευκαιριακές, χρήσιμες για το κόψιμο των ξύλων με πριόνι.
               α. ξυλογαϊδάρα. Ήταν φορητή ξυλοκατασκευή πάνω στην οποία τοποθετούσαν τα καυσόξυλα προκειμένου να τα τεμαχίσουν ακόμα περισσότερο, ώστε να χωράνε στην σόμπα και τελευταία στην στόφα.
                β. τεζάκι. Ήταν μια πρόχειρη σκαλωσιά, ένα κρεβάτι όπως θα το έλεγαν αλλιώς, που το κατασκεύαζαν στο σημείο της υλοτόμησης μέσα στον λόγγο, πάνω στο οποίο έβαζαν το ξύλο που ήθελαν να σχίσουν για σανίδια ή καδρόνια.
                Χρήσιμα υλικά για την υλοτομία.
               α. σπάγκος και χρώμα. Τα χρειάζονταν για να σημαδεύουν την κοψιά όταν έβγαζαν σανίδια και καδρόνια. Πολλές φορές που δεν είχαν χρώμα χρησιμοποιούσαν κοκκινόχωμα.
               β. πλατανόξυλα για ξυλόσφηνες. Tα χλωρά πλατανόξυλα ήταν τελείως ακατάλληλα για ξυλόσφηνες.
                Υλοτομικά προϊόντα.
                Οι άνθρωποι υλοτομούσαν για να παράγουν τα λεγόμενα χρήσιμα ξύλα, τα καυσόξυλά τους και τέλος έκοβαν ειδικά ξύλα για την κάλυψη εξεζητημένων αναγκών. Παλιά, σε αντίθεση με σήμερα, ο κύριος όγκος της παραγόμενης χρήσιμης ξυλείας ήτανε πολλή σχιστή, λιγότερη πελεκητή και ελάχιστη πριστή.
                Χρήσιμα ξύλα.
                Σαν χρήσιμα ξύλα νοούνται αυτά που χρειάζονται για την κατασκευή των σπιτιών και άλλων γενικά κατασκευών.
                α. στρόγγυλη ξυλεία. Είναι ξεφλουδισμένοι κορμοί δέντρων, κατά βάσιν ελάτων, μικρών ή μεγάλων. Τα βασικά είδη της στρόγγυλης ξυλείας είναι τα πάτερα, που είναι μεγάλοι κορμοί κατάλληλοι για την κατασκευή πατωμάτων και οροφών των σπιτιών και οι στρουπίνες με τις φούρκες, που είναι κατάλληλες για φράχτες και άλλες δουλειές.
               β. πελεκητή ξυλεία. Προερχόταν από έλατα και άλλα άγρια ξύλα (βελανιδιές, κέδρα, κ.α.), κυκλοφορούσε υπό μορφή πάτερων, βιλεσιών και σανιδιών και ήταν χρήσιμη στην οικοδομική και σ΄ άλλες ξυλουργικές εργασίες. Ήταν έργο των πελεκάνων του δάσους.
                γ. πριστή ξυλεία. Ήταν συνήθως ελάτινη, κυκλοφορούσε υπό μορφήν σανιδιών και καδρονιών και χρειαζόταν στις διάφορες ξυλουργικές εργασίες.
               δ. σχιστή ξυλεία. Ήταν κατά κανόνα ελάτινη, κυκλοφορούσε σε πέταβρα και σανίδια και χρειαζόταν για φράχτες και άλλες ξυλουργίες.
                Καυσόξυλα
                Τα καυσόξυλα ήταν το πρώτο μέλημα του κάθε αγρότη κι ένας μόνιμος λόγος που πήγαινε κι υλοτομούσε στο δάσος. Όλοι ανεξαιρέτως έκοβαν καυσόξυλα γιατί όλον το χρόνο το τζάκι τους έκαιγε. Εκεί μαγείρευαν και έψηναν το ψωμί τους, εκεί ζεσταίνονταν και ξαπόσταιναν τον χειμώνα με τα κρύα και τους χιονιάδες.
                Τα δρομολόγια για το κόψιμο και την μεταφορά των καυσόξυλων δεν είχαν τελειωμό. Εξήντα μουλαροφόρτια κούτσουρα χρειαζόταν ένα νοικοκυριό για να τα βγάλει πέρα τον χειμώνα χωρίς ελλείψεις και τσιγκουνιές.
                Σαν καυσόξυλα χρησιμοποιούσαν κάθε είδος ξύλου από κάθε δέντρο. Ανάλογα με το μέγεθός τους διακρίνονταν σε χoντρά (κούτσουρα), λιανά, φλούδες, και προσανάμματα. Το συνηθισμένο μήκος τους ήταν γύρω στο μέτρο.
                "Μικροξυλεία".
                Ο βουνίσιος γεωργοκτηνοτρόφος εκτός από μανιώδης και δεινός κυνηγός της άγριας πανίδας ήταν και "κυνηγός" ξύλων. Έπρεπε να εντοπίσει και να συλλέξει στον κατάλληλο χρόνο μια απίθανη συλλογή μικροξυλείας
                Το κυρίαρχο υλικό των εργαλείων του ήταν το ξύλο. Ξύλα υπήρχαν πολλά, το καθένα με τις δικές του ιδιότητες, πολύτιμες για την ποιοτική κατασκευή των εργαλείων του. Ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά τις ιδιότητες των ξύλων καθώς και τους τρόπους βελτίωσής τους. Έτσι στις οστρέχες και στις αποθήκες του είχε ξύλα για στειλιάρια, ξύλα ωριμασμένα στην κοπριά για τα ξυλόγλυπτά του, ειδικά ξύλα για το αλέτρι του και άλλα πολλά.

Πηγή