Γαλατάς

Γαλατάς

Ο γαλατάς ήταν ιδιοκτήτης ζώων (αγελάδων, κατσικιών ή προβάτων) και πουλούσε το προϊόν του, απευθείας, ο ίδιος. Γαλατάς μπορούσε να ήταν κι εκείνος που δεν είχε δικά του ζώα, αλλά πουλούσε το γάλα που αγόραζε από τον παραγωγό.

         Αυτός ξυπνούσε από τα χαράματα, για να αρμέξει τα ζώα. Έβαζε το γάλα μέσα σε μεγάλα δοχεία,με μεγάλο στόμιο, τα φόρτωνε στο ζώο και έτρεχε στις γειτονιές. Έτσι και χωρίς να ξυπνάει κανέναν, άνοιγε την μεγάλη πόρτα του σπιτιού ή την εξώπορτα και γέμιζε το κατσαρολάκι, που είχε αφήσει εκεί η νοικοκυρά.
         Το σκέπαζε με κάποιο βαρύ καπάκι, για να μην το κυλήσει κάποια γάτα και το πιει και κατόπιν έφευγε. Πληρωνόταν, με συμφωνία, κάθε βδομάδα ή κατά μήνα.
         Η παραγωγή του ήταν μετρημένη, κι έτσι για να γίνει κάποιος μέλος, δηλαδή νέος πελάτης, έπρεπε να είχε τα μέσα. Πολλές φορές τύχαινε κάποια μάνα να ‘χει άρρωστο παιδί και να παρακαλάει τον γαλατά για λίγο γάλα κι αυτός να ‘ναι ανένδοτος και να μην της δίνει. Εάν της έδινε, δεν θα είχε για άλλο πελάτη (συμφωνημένο), κι ο καβγάς θα ήταν αναπόφευκτος.
         Πριν τη διανομή του γάλακτος, συνέβαιναν πολλές μυστικές και παμπόνηρες διαδικασίες. Έτσι, άρμεγε το γάλα στη γαλομέτρα, για να ξέρει πόσο έβγαζε. Γέμιζε την καρδάρα και χτυπούσε το γάλα, με ειδικό χτυπητήρι, για να αφρίσει. Έπαιρνε με την τρυπητή κουτάλα, την πόχα όπως την έλεγαν, τον αφρό. Τον ζέσταινε σ΄ ένα δοχείο κι έτσι έβγαζε το γνήσιο βούτυρο. Τα υπολείμματα του αφρού, γίνονταν ωραίος μεζές, έτσι όπως τα τηγάνιζαν (στην Άνδρο, τα έλεγαν σίσιρα).
         Αφού λοιπόν το γάλα ήταν άπαχο, γιατί ήταν αποβουτυρωμένο, έφτανε στον καταναλωτή ελαφρό και λάιτ, όπως το θέλουν μερικές σημερινές κυρίες. Επειδή πολλοί ήξεραν αυτή την μπαμπεσιά, ο γαλατάς, τους ξεγελούσε με λίγο χοιρινό λίπος, που έριχνε μέσα. Επίσης, αν το γάλα ήταν λίγο, ο γαλατάς το συμπλήρωνε από το …υδραγωγείο! Δηλαδή άρμεγε την …βρύση!
         Οι γαλατάδες, που τα μαντριά τους ήταν μακριά από τις πόλεις, μάζευαν το γάλα σε δοχεία από χαλκό ή λαμαρίνα και τα τοποθετούσαν κατά μήκος του δρόμου και πάντα στη σκιά. Από εκεί το έπαιρνε ο έμπορος για το τυροκομείο.

Πηγή