Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.
Στο πιο κεντρικό σημείο του χωριού, συνήθως, βρίσκεται η μεγάλη πλατεία και στον περίγυρο συγκεντρωμένα όλα τα καταστήματα (καφεπαντοπωλεία).
Μητάτο λέγεται ένα ξερολιθικό κτίσμα (σπίτι κτηνοτρόφου Κρήτης), αλλά και ένα αλληλέγγυο σύστημα για την εκμετάλλευση της κτηνοτροφίας.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ
Οι Σαρακατσάνοι είναι ένα νομαδικό φύλο, που άφησε το νομαδικό τρόπο ζωής μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου πολέμου, και τον ημινομαδικό, τις τελευταίες δεκαετίες.
Η λέξη στάνη αποτελεί και σχετίζεται με την χειμωνιάτικη και καλοκαιρινή ζωή των Σαρακατσαναίων, τα γυναικόπαιδα, τους τσοπάνηδες, τους σμίχτες, τους στανιώτες, όπως λέγονται όλοι μαζί, τα κοπάδια, τα καλύβια, τα διάφορα μαντριά για τα ζώα, τις στρούγκες για το άρμεγμα και το μπατζαριό (το μέρος που γίνεται το τυρί και το βούτυρο), τα βοσκοτόπια.
Τα παλιά χρόνια, ήταν συνεχής και αδιάκοπη η προσπάθεια της κάθε αγροτικής οικογένειας να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερα είδη διατροφής, για να μπορέσει να θρέψει την πολυάριθμη φαμίλια της.
Είναι γνωστή η προσήλωση του ελληνικού λαού στα κάθε λογής φυλαχτά, που η χρήση τους έχει πολύ μεγάλη διάδοση σ’ ολόκληρη την Ελλάδα.
Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Τα κυπροκούδουνα δίνουν ζωή στο κοπάδι και βοηθούν τον τσοπάνη στο έργο του, στη βοσκή, στο σάλαγο, στο σκάρο, στη στρούγκα, στο στάλο. Τον διευκολύνουν να τα βρει, όταν έχουν ξεκόψει από το υπόλοιπο κοπάδι ή έχουν μείνει πίσω ή έχουν χαθεί.
Ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, γι’ αυτό απαραίτητο για κάθε νοικοκυρά, εκείνη την εποχή.
Αποτελούνταν από 2 ολοστρόγγυλες πέτρες, που η κάθε μια είχε το μέγεθος ενός μεγάλου ταψιού.
Η φoυστανέλα ξεκίνησε από τo κoινό πoυκάμισo ή πoυκαμίσα, για να καταλήξει στo γνωστό τύπo της πλισσεδωτής φoύστας, από την oπoία φoύστα πήρε τo όνoμά της.


