Ο Καραγκιόζης στάθηκε πνευματική τροφή & ψυχαγωγία μεγάλων & μικρών για 100 και πλέον χρόνια, από τις γειτονιές της Αθήνας & του Πειραιά ως το τελευταίο ελληνικό χωριό.
Τα ενδύματα μπορεί να τα προσεγγίσει κανείς (και κυρίως ο ερευνητής) από πολλές πλευρές. Σύμφωνα με τον ορισμό, ενδυματολογία είναι η μελέτη των ενδυμάτων από ιστορική, ψυχολογική, κοινωνιολογική, γεωγραφική και κατασκευαστική σκοπιά.
Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.
Λεγόταν και κονάκι.
Ξενόφερτοι, στα περισσότερα μέρη, οι χτιστάδες. Ονομαστοί στο είδος αυτό κυρίως οι Ηπειρώτες και οι Λαγκαδιανοί. Δουλεύανε συντροφικά και κουβαλούσαν μαζί τους κι όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη δουλειά τους.
Από αρχαιoτάτων χρόνων o άνθρωπoς για τις συναλλαγές τoυ, oι oπoίες γινόντoυσαν σε είδoς, αναγκάσθηκε να βρει και να εφαρμόσει διάφoρες μoνάδες μέτρησης τις λεγόμενες μετρητίκια.
Ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, γι’ αυτό απαραίτητο για κάθε νοικοκυρά, εκείνη την εποχή.
Αποτελούνταν από 2 ολοστρόγγυλες πέτρες, που η κάθε μια είχε το μέγεθος ενός μεγάλου ταψιού.
Η φoυστανέλα ξεκίνησε από τo κoινό πoυκάμισo ή πoυκαμίσα, για να καταλήξει στo γνωστό τύπo της πλισσεδωτής φoύστας, από την oπoία φoύστα πήρε τo όνoμά της.
Ο φούρνος που είχε παλιά κάθε σπίτι έψηνε "το νοστιμότατο χωριάτικο ψωμί, τις πίτες, τα φαγητά, τα γλυκά και τα κουλουράκια".
Η λέξη στάνη αποτελεί και σχετίζεται με την χειμωνιάτικη και καλοκαιρινή ζωή των Σαρακατσαναίων, τα γυναικόπαιδα, τους τσοπάνηδες, τους σμίχτες, τους στανιώτες, όπως λέγονται όλοι μαζί, τα κοπάδια, τα καλύβια, τα διάφορα μαντριά για τα ζώα, τις στρούγκες για το άρμεγμα και το μπατζαριό (το μέρος που γίνεται το τυρί και το βούτυρο), τα βοσκοτόπια.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ
Οι Σαρακατσάνοι είναι ένα νομαδικό φύλο, που άφησε το νομαδικό τρόπο ζωής μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου πολέμου, και τον ημινομαδικό, τις τελευταίες δεκαετίες.


