ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ
Οι Σαρακατσάνοι είναι ένα νομαδικό φύλο, που άφησε το νομαδικό τρόπο ζωής μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου πολέμου, και τον ημινομαδικό, τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο φούρνος που είχε παλιά κάθε σπίτι έψηνε "το νοστιμότατο χωριάτικο ψωμί, τις πίτες, τα φαγητά, τα γλυκά και τα κουλουράκια".
Το πιο απαραίτητο και το πιο πολύτιμο εργαλείο για την κάθε νοικοκυρά ήτανε ο αργαλειός. Έχοντας αργαλειό στο σπίτι της, στο πιο ευάερο και πιο ευήλιο δωμάτιο, κάθε αγροτική οικογένεια, ήταν σαν να είχε στη δούλεψή της ένα ατομικό υφαντουργικό εργαστήρι, που κάλυπτε όλες τις ανάγκες σε είδη ρουχισμού και κλινοστρωμνής.
Η 8η του Γενάρη, γιορτή της όσιας Δομνίκης, είναι αφιερωμένη αποκλειστικά και μόνο στις παντρεμένες γυναίκες.
Μητάτο λέγεται ένα ξερολιθικό κτίσμα (σπίτι κτηνοτρόφου Κρήτης), αλλά και ένα αλληλέγγυο σύστημα για την εκμετάλλευση της κτηνοτροφίας.
Είναι γνωστή η προσήλωση του ελληνικού λαού στα κάθε λογής φυλαχτά, που η χρήση τους έχει πολύ μεγάλη διάδοση σ’ ολόκληρη την Ελλάδα.
1.Το μαντρί (το πρατομάντρι) είναι μακρουλή καλύβα, ανοιχτή από τη μια πλευρά (σ’ όλο το μάκρος της) τη μεσημβρινή ή τη ανατολικομεσημβρινή. Έμοιαζε με υπόστεγο.
Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.
Λεγόταν και κονάκι.
Ξενόφερτοι, στα περισσότερα μέρη, οι χτιστάδες. Ονομαστοί στο είδος αυτό κυρίως οι Ηπειρώτες και οι Λαγκαδιανοί. Δουλεύανε συντροφικά και κουβαλούσαν μαζί τους κι όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη δουλειά τους.
Η φoυστανέλα ξεκίνησε από τo κoινό πoυκάμισo ή πoυκαμίσα, για να καταλήξει στo γνωστό τύπo της πλισσεδωτής φoύστας, από την oπoία φoύστα πήρε τo όνoμά της.


